Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Γίνε κι εσύ Master Chef. Μπορείς!

Λένε, πως γνώρισμα των μαγείρων είναι η βωμολοχία κι όντως αυτό μας χαρακτηρίζει αρκετά, πέρα από τα τατουάζ τα τελευταία χρόνια, αλλά αυτό είναι της «μοδός» κι όχι γνώρισμα. Είτε αστειευόμενοι, είτε όχι το βρισίδι είναι μια καθημερινότητα μέσα στην κουζίνα, όπως τα σεξιστικά σχόλια, ο φαλλοκρατισμός ακόμα κι ο ρατσισμός αγκαζέ με τον Εθνικισμό, όπως διαπιστώνω με τα θλίψης μου από διάφορες αναρτήσεις μαγείρων, που τυγχάνει να είμαστε «φίλοι» στο μεγάλο μέσο κοινωνικής δικτύωσης του φατσοβιβλίου. Το βρισίδι, θα μπορούσε κανείς να το αποδώσει στην πίεση της δουλειάς η οποία «ξεσπά» μέσα από τη λεκτική βία, ενίοτε μαζί με τον εκσφενδονισμό του τηγανιού. Όμως κατά πόσο η χρήση της γλώσσας διαχωρίζεται από τη λεκτική αποτύπωση των ιδεολογιών μας  και την πεμπτουσία των σκέψεων μας;

Υπάρχει η πάγια αντίληψη πως οι γυναίκες δεν κάνουν για την Κουζίνα, την επαγγελματική νοώντας ή ακόμα κι αν υπάρχουν, είναι μονάχα για την Κρύα κουζίνα, για να φτιάχνουν σαλάτες και να πλένουν λαχανικά, άποψη που πολλοί συνάδελφοι ενστερνίζονται βαθύτατα, τόσο που ορισμένοι αρνούνται κατηγορηματικά να εντάξουν μια γυναίκα μέσα στην ομάδα τους. Από την άλλη, σπάνια θα συναντήσει κανείς μια γυναίκα στη θέση του «Chef» καθότι είναι λίγοι που θα εμπιστεύονταν αυτή τη θέση σε μια γυναίκα ή διαφορετικά, για μια γυναίκα είναι δύσκολο να έχει ευκαιρίες ανέλιξης. Παράλληλα με αυτό συναντά κανείς a priori έναν ρατσισμό απέναντι σε οποιονδήποτε δεν ανήκει μέσα στην κουζίνα, αρχής γενομένης από τους σερβιτόρους και σαφέστατα η έκφραση αυτής της διάκρισης αποτυπώνεται με το ίδιο το φαγητό. Άλλο είναι το φαγητό για τους υπόλοιπους, ειδικά σε μια ξενοδοχειακή μονάδα υπάρχουν πάρα πολλά τμήματα και άλλο το φαγητό το οποίο τρώνε οι ίδιοι οι μάγειροι και το οποίο βέβαια μαγειρεύουν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους.

 Έπειτα υπάρχει η διάκριση απέναντι στους λαντζέρηδες. Εκείνους που κάνουν τις παρακατιανές τις δουλειές, όπως το καθάρισμά, τόσο που φωνάζουν αυτούς ακόμα και για το δικό τους καθάρισμα. Στη συνέχεια υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στους ίδιους, διότι άλλοι μπορεί να κατάγονται από κάπου αλλού, να έχουν διαφορετική θρησκεία, διαφορετικό χρώμα, διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, διαφορετικές εμπειρίες και διαφορετικό «βαθμό».  Πραγματικά παρακολουθώντας κανείς μαγείρους μέσα στην κουζίνα είναι σα να παρακολουθεί εκπομπή του National Geographic με θέμα τις κοκορομαχίες για να ακολουθήσει εν συνεχεία η σαπουνόπερα απέναντι στο «αφεντικό», με το γλείψιμο μπροστά του και «τον μαλάκα» από πίσω του, όμως αυτό είναι άλλο θέμα από μόνο του. Αν θίγεται τώρα κανείς διαβάζοντας αυτά θα ήθελα να τον  ρωτήσω πόσες φορές δεν έχει πει σεξιστικό αστείο μέσα στην κουζίνα; Πόσες φορές έφτιαξε προσεγμένα το φαγητό προσωπικού, τόσο που δεν έφτιαξε κάτι διαφορετικό για τον ίδιον;

Αλήθεια πόσοι πραγματικά θα προσλάμβαναν ισάριθμο αριθμό αντρών και γυναικών για την κουζίνα τους; Θα έφτιαχναν διαφορετικό φαγητό για κάποιον που είναι ισλαμιστής και θα σέβονταν το Ραμαζάνι, ώστε να μαγειρέψουν κάτι για αυτόν όταν θα έπεφτε ο ήλιος; Θα δέχονταν να έχουν στην ομάδα τους κάποιον που είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος, τρανς  και θα το αντιμετώπιζαν με τον ίδιο σεβασμό; Θα έδιναν ευκαιρία σε κάποιον που ζητά μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή του, δίχως να γίνονται επικριτικοί; Που θα επέβαλλαν μέσα στην κουζίνα τους την ίση μεταχείριση και τέλος δεν θα επέτρεπαν την όποια σεξιστική και ρατσιστική αναφορά;

Η «αποκατάσταση του μουσακά», έδωσε εργασιακό διέξοδο σε πάρα πολλούς τις προηγούμενες δεκαετίες. Ανθρώπους που «δεν τα έπαιρναν» τα γράμματα ή που απλά δεν είχαν την ευκαιρία να «μάθουν γράμματα» και θα επέβλεπε κανείς πως σε εκείνες τις γενιές είναι που θα συναντούσε κανείς όλα τα παραπάνω γνωρίσματα. Ελλείψει  παιδείας θα έλεγε κανείς. Όμως όχι! Αναφέρομαι στη «χρυσή» γενιά των παιδιών του ’80 –’90. Πλέον το επάγγελμα του “Chef”, όπως διατείνονται απο τις αντίστοιχες σχολές, έπαψε να είναι μια απλή επαγγελματική αποκατάσταση χάρη στην προβολή που δέχτηκε τα τελευταία δέκα χρόνια, έγινε πλέον το μέσο για ΤΗΝ αποκατάσταση. Είναι εκείνο το επάγγελμα που μπορεί να χαρίσει δόξα, αναγνωρισιμότητα, προβολή και φυσικά χρήμα και στο κυνήγι αυτού αφοσιώνονται πιο πολύ στη «σφαιροποίηση» κι όχι στην ίδια την Μαγειρική.

Πετυχημένος όμως Chef δεν είναι εκείνος που προβάλλεται στην τηλεόραση, ούτε εκείνος που έχει ένα εστιατόριο και δίνει πληρωμένες συνεντεύξεις στα έντυπα. Είναι εκείνος που μπορεί να γεφυρώνει τις διαφορές και να ευρίσκει τις ομοιότητες μέσω αυτών, γιατί αν κάτι μπορεί κανείς να αποκομίσει από τη Μαγειρική, είναι πως προκειμένου να παράγει κάτι νέο, θα πρέπει πρώτα να αποδεχτεί τη διαφορετικότητα και να την αγαπήσει. Γι’ αυτό σε εκείνη τη γενιά της αποκατάστασης του μουσακά δεν συναντά κανείς τις διάκρισεις, παρά μονάχα το «χαϊδευτικό» βρισίδι. Γιατί μάθανε τη μαγειρική στην πράξη και είδαν πως από τη διαφορετικότητα των υλικών, των πολιτισμών, των ανθρώπων, πάντα κάτι νέο παράγεται κι αυτό γιατί απλά όλα προέρχονται από κάτι κοινό: την αγάπη. Απλούστατα γιατί μαγειρική, είναι να αγαπάς και την αγάπη την μοιράζεσαι, αδιακρίτως. Έτσι μαθαίνεις κι εσύ τον εαυτό σου να μην κάνει διακρίσεις και γι’ αυτό η γλώσσα που επιλέγεις τελικά να χρησιμοποιείς μέσα στην κουζίνα, είναι αυτή που  εμπεριέχει αποδοχή κι άντε που και που,  κάνα χαϊδευτικό μπινελίκι.

Ένας νέος διαγωνισμός-τηλεπαιχνίδι ξεκινά πάλι με αντικείμενο τη μαγειρική. Ένας θα είναι ο νικητής με όλα όσα το ακολουθούν. Καλή τύχη εύχομαι στους συμμετέχοντες και μια μικρή υπενθύμιση: Το παιχνίδι κερδίζεται στην Κουζίνα.




  

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Στη Ζώνη του Γκρεκόφωτος

Λένε πως όταν είσαι στη Ρώμη, ντύνεσαι όπως οι Ρωμαίοι, εννοώντας πως πρέπει να υιοθετεί κανείς τις συνήθειες του λαού στον οποίον βρίσκεται. Έτσι κι εγώ, εδώ στα ξένα, είπα να γίνω ντόπιος ποδηλάτης, υιοθετώντας τη συνήθεια της μετακίνησης με ποδήλατο μέσα στην πόλη. Γιατί όχι άλλωστε αφού πίσω στο Λ.Α. πάλι με ποδήλατο μετακινούμουν, αφού πρώτα έκανα τάμα στη Μεγαλόχαρη κάθε φορά που έβγαινα στον δρόμο για να γυρίζω ζωντανός στο σπίτι, ενώ εδώ, εδώ υπάρχουν ειδικοί ποδηλατόδρομοι και φανάρια ειδικά για ποδήλατα κι έχεις και προτεραιότητα, για να βγάζεις το άχτι που σου είχε μείνει από παιδί, όταν άκουγες τη μανούλα να σε φωνάζει από το μπαλκόνι: «Γιαννάκη μην τρέχεις και σε πατήσουν τα αυτοκίνητα», και πάταγες φρένο για να γλιτώσεις μετά το σκαμπίλι στο σπίτι, (όχι πως με λένε Γιάννη, αλλά λέμε τώρα).
Έτσι λοιπόν ρώτησα στο φατσοβιβλίο μη και ξέρει κανείς κάναν μεταφορέα που να κάνεις μεταφορές από την Αθήνα ίσαμε δω πέρα, (σα τότε που ‘βγαινε η κυρά Μαρίτσα στη γειτονιά, έβγαζε το κεφάλι της απέξω από το παραθύρι και ρώταγε τις υπόλοιπες τις κυράδες, που να πάει για φόδρα σα κατέβει στην πόλη και τις απαντάγανε ταυτόχρονα όλες), έτσι λοιπόν κι εγώ έλαβα διάφορα ονόματα και συστάσεις από ένα σωρό καλοπροαίρετους ανθρώπους, καλή τους ώρα κι εδιάλεξα ένανε που πολλοί τον ονοματίσανε. Κιοσσές, με τ’ όνομα, «από ένα δέμα μέχρι ένα σπίτι», το σλόγκαν του. Παίρνω κι εγώ τηλέφωνο τον κύριο, δυο τηλέφωνα είχε, ένα Ψωροκωσταναίικο κι ένα ντόπιο και τονε ρωτώ πόσο πάει να μου μεταφέρει το ποδήλατο από κάτω, από Αθήνα καλέ, μέχρι εδώ στο βορρά. Ογδόντα ευρώπουλα με λέει και παράδοση, όξω από του σπιτιού την πόρτα! Τι λες!, λέω από μέσα μου, κοίτα εξυπηρέτηση ο Κιοσσές, που πίσω στην πατρίδα θα με ‘λεγαν μέχρι το πεζοδρόμιο και πολύ σου είναι! Ώραια βρε μάστορα, του λέω και πως θε να γίνει;, ρωτώ ο αδαής!
- Άκου, με λέει: Θα το πας στο Βοτανικό και θα το παραδώσεις σε έναν συνεργάτη μου τον Καλαϊτζή. Θα τονε πάρεις τηλέφωνο, (μου ‘δωκε το τηλέφωνο του άμα θέλετε να σας το δώσω) και θα του πεις το και το.
Όπερ και εγένετο. Παίρνω τον κύριο του Βοτανικού, Τρίτη μεσημέρι και με λέει να βιαστώ, γιατί φεύγει το φορτηγό την Πέμπτη το απόγεμα άμα θέλω να το έχω μέχρι την άλλη Τετάρτη. Τι να κάνω κι εγώ ο δόλιος, ευτυχώς έχω ακόμα φίλους στην πατρίδα, αγγαρεύω έναν φίλο και να σου το πάει το ποδήλατο την επόμενη μέρα στο πρακτορείο. Γουρουνοπούλα του ‘ταξα του φίλου για τα Χριστούγεννα, μαζί με μια νταμιτζάνα μπρούσκο, να του ‘στείλει άλλος φίλος από το χωριό.
Περνάει όμως μια βδομάδα, περνάει δεύτερη βδομάδα, άφαντο το ποδήλατο. Παίρνω τηλέφωνο στο ντόπιο το νούμερο, κλειστό. Αφήνω μήνυμα λέγοντας τα καθέκαστα και λέω από μέσα μου, περιοδεία θα κάνει εις τα Ευρώπας, αλίμονο Κιοσσές με το όνομα είναι, σα πολλά δέματα θα είχε να παραδώσει και πολλά νοικοκυριά να μεταφέρει και περιμένω. Περνάει όμως και τρίτη βδομάδα, άφαντο το ποδήλατο, άφαντος κι ο Κιοσσές, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση και το τηλέφωνο δεν το σηκώνει. Α, λέω θα πάρω κάτω στον άλλο μάγκα του Βοτανικού και δέησε τούτος δω και το σήκωσε με την πρώτη.
-Α!, λέει, δεν έφυγε ακόμα το φορτηγό!
-Και πόθε φεύγει ρε μάστορα, τονε ρωτώ.
-Πάρε με το απόγεμα, λέει να σου πω πότε φεύγει.
Έλα που εγώ έμπλεξα το απόγεμα και δεν μπόρεσα να τονε πάρω και δεν έχω πια την κυρά Κούλα γειτόνισσα, να με πει τον καφέ, να μάθω κι εγώ πότε φεύγει το φορτηγό από τον Καλαϊτζή. Περνάει λοιπόν έτσι κι άλλη εβδομάδα και στο τέλος της επομένης, αφού είχα ξεχάσει πια εγώ και ποδήλατο και Βοτανικούς, χτυπά σήμερα το τηλέφωνο και ακούω από την άλλη άκρη της γραμμής: 
-Ναι, έλα φίλε, για το ποδήλατο σε παίρνω! Είναι εδώ πίσω από την Λαχαναγορά!
Άγιε μου Φανούριε! Σταυροκοπιέμαι και σκέφτομαι πως έχω φούρνο μικροκυμάτων στο σπίτι και πίτα δεν ψήνει το άτιμο όταν παράλληλα με τον άλλον, του λέω τη διεύθυνση του σπιτιού μου, μην ξεχνάμε, όξω από την πόρτα μου θα το ‘φερνε ο Κιοσσές.
-Ποιο σπίτι μου λέει, εδώ στη Λαχαναγορά είναι, να έρθεις να το πάρεις!
Κόκκαλο εγώ! Αφού του λέω όλη την ιστορία, επιμένω πως συμφωνήσαμε με τον Κιοσσέ πως θα το ‘φερνε όξω από το σπίτι, μου αποκρίνεται ο Γιώργος, καλή του ώρα, πως το ποδήλατο λέει το παρέλαβε η εταιρία στην οποία εργάζεται, την Κυριακή από τα Γιανιτσά, από άλλη λέει εταιρία. Ούτε από τον Κιοσσέ, ούτε από τον Καλαϊτζή. Κοίτα που το ποδηλατάκι μου έκανε διεθνή καριέρα και δε του το ‘χα όταν σκόνταφτε στις λακούβες της Λένορμαν. Φιλότιμο είχε όμως ο Γιώργος και πήρε το αφεντικό τηλέφωνο να του πει τα καθέκαστα και με ξαναπαίρνει, ούτε αναπάντητη καν ο Γιώργος, και μου λέει πως δεν γίνεται πρέπει εγώ να πάω να το πάρω. Φόρτωνε κιόλας ο δόλιος, έφευγε πάλι ταξίδι για μεταφορά και μου δίνει το τηλέφωνο του Δημήτρη, να τον πάρω να με περιμένει ειδάλλως μετά από μια βδομάδα θα πάταγε πάλι άνθρωπος στην αποθήκη και σας ρωτώ εγώ τώρα: Θα το αφήνατε το ποδηλατάκι εκεί πέρα ή θα παρατάγατε ότι κάνατε για να πάτε να το πάρετε, μη και πάει καμιά άλλη περιοδεία;
Αφού φτάνω με τα χίλια ζόρια εκεί, να τος ο Δημήτρης, καλή του ώρα κι αυτουνού, ετοιμαζόταν να αναχωρήσει, να το και το τσαχπίνικο το ποδηλατάκι μου, που πρώτη δουλειά ήταν να ελέγξω πως έχουν αέρα τα λάστιχα και δεν θα χρειαστεί να το πάρω στην πλάτη. Να’ ναι καλά ο φίλος κάτω στην πατρίδα, που μερίμνησε και τα φούσκωσε και χαλάλι και η γουρνοπούλα και το μπρούσκο να πίνει στην υγειά μου. Τα λέμε λίγο με τον Δημήτρη κι αφού του είπα για ψυχοθεραπεία όλο το στόρυ, μου λέει κλείνοντας με νόημα το μάτι «Δεν ήξερες δεν ρώταγες; Άλλος περίμενε ενάμιση μήνα να του πάνε τα πράγματα!» κι εγώ έπρεπε να είμαι κι ευχαριστήμένος αφού πήρε μονάχα έξι εβδομάδες.
Χαιρετηθήκαμε με τον Δημήτρη, Καλές Γιορτές του ευχήθηκα με την οικογένια στην πατρίδα και βγάζω το Google Map να γυρίσω. Ανεβαίνω στο τσαχπίνικο το ποδηλατάκι μου και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω γάντια, κασκόλ, σκουφάκι, η θερμοκρασία είναι κοντά στο μηδέν και φοράω ένα απλό μπουφάν. Χαλάλι η λαμογιά και το δούλεμα και το «όξω από την πόρτα» βρε κύριε Κιοσσέ, αλλά τα αρχιδάκια μου που γίναν αμυγδαλές από το κρύο, δεν τα λυπηθήκατε ωρέ;