Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Με μια χούφτα Ελπίδα

Λένε, το έχουμε ακούσει, το έχουμε οι ίδιοι πει, πως ζούμε στην ομορφότερη χώρα στον κόσμο…για την Ελλάδα αναφέρομαι βέβαια. Ο καιρός, ο ήλιος, η θάλασσα, τα νησιά, οι άνθρωποι, η διασκέδαση , ο πολιτισμός, όλα όσα συνθέτουν μια χώρα μας δόθηκαν ευλογημένα κι απλόχερα. Ότι ώρα και να θελήσουμε μπορούμε να βγούμε έξω για διασκέδαση. Ο χειμώνας διαρκεί λίγο, όπως το  κρύο. Θυμάμαι διάβασα πριν λίγο τη συνέντευξηενός άστεγου, που έλεγε πως νιώθει τυχερός που ζει στην Ελλάδα. “Το κρύο κρατάει λίγο και τις περισσότερες μέρες έχουμε καλό καιρό. Σκέψου να ζούσα κάπου στο βορά!”, έλεγε και πραγματικά ευλογούσε την τύχη του! 

Είναι ωραία χώρα η Ψωροκώσταινα. Ανέκαθεν ήταν. Τόσο που πολλοί άφησαν πατρίδες για να έρθουν, να ζήσουν εδώ,΄κάπου στη θάλασσα, ακόμα και στα βουνά, οι “υιοθετημένοι της Ελλάς”, τους αποκαλώ. Κι αυτή η θάλασσα. Αυτό το μπλέ, αυτό το φως, που στη θέα του βουρκώνεις απο συγκίνηση. Αλήθεια, το ξέρατε ότι το “Αιγαίο” δεν πήρε το όνομα του απο τον Αιγέα, αλλά απο το “αίγας”, που σήμαινε λαμπερό φως στα αρχαία; Για αυτό και το φωτεινότερο αστέρι του Ηνίοχου, το ονομάσανε “Αίγα”. Για αυτό και τόσοι ποιητές, ζωγράφοι, καλλιτέχνες το εξύμνησαν, καθένας με τον δικό του τρόπο. 

Είναι ωραία η Ελλαδίτσα, γιατί παρά τα βάσανα, τις κακουχίες, τη μιζέρια, πάντα η Ακρόπολη θα στέκεται αγέρωχη με την ελιά στο Ερέχθειο να ανθίζει, υπενθυμίζοντας πως μέσα απο τις κακουχίες, τα βάσανα και τη μιζέρια,  η ζωή προχωρά και η ελπίδα θα ανθίσει. Έτσι είναι κι ο Έλληνας. Μια ελπίδα, μια μεγάλη καρδιά, ένας καημός, ένα ντέρτι. Ακόμα θυμάμαι και θα θυμάμαι τη κυρά Μαρία, τη Γιαγιά, που με ενημερώσανε πως δεν ήταν καλά κι σα έβαλε το MEGA την τελευταία συναυλία του Μπιθηκώτση στο Σ.Ε.Φ. σηκώθηκε απο το κρεβάτι κι χόρεψε ένα ζεϊμπέκικο, φωνάζοντας πως: “Δεν έχω τίποτα ρε!”, γιατί δεν την άντεχε η ψυχή της τη μιζέρια.

Κι η διασκέδαση, τα γλέντια, τα τραπεζώματα. “Έλα να σου μαγειρέψω!”, λέμε κι γνωρίζουμε πως αυτό είναι μια πράξη αγάπης. Μια γλώσσα, η μη λεκτική επικοινωνία για να λέμε: “Σ’ αγαπώ”. Αλήθεια το ξέρατε πως στην Ελληνική γλώσσα, έχουμε τις περισσότερες λέξεις για να εννοούμε την αγάπη; Πως κάθε λέξη αποτελεί Έννοια κι έχει τη δική της ξεχωριστή ερμηνεία; Πως γράφοντας με το χέρι Ελληνικά ενδυναμώνουμε τη λειτουργία του εγκεφάλου; Για αυτά κι άλλα πολλά την αγαπώ την Ελλάδα. Τη χώρα που αναγκάζομαι μαζί με πολλούς άλλους που αισθάνονται το ίδιο να εγκαταλείψω. Γιατί φεύγεις απο έναν τόπο, οταν πια στερείσαι ελπίδα. 

Σκέφτομαι το μέλλον μου και φοβάμαι κι τον φόβο δεν τον χωρά η ιδιοσυγκρασία μου. Φοβάμαι πως θα αρρωστήσω αναπόφευκτα μια μέρα και θα με βάλουν σε ένα ράτζο στο νοσοκομείο, να με βλέπει ο κάθε ένας που περνά, στερώντας μου την αξιοπρέπεια. Φοβάμαι πως θα γεράσω και δεν θα μπορώ να ζήσω, γιατί όλες οι εισφορές που θα έχω καταβάλει, δεν θα μου επιστραφούν κι θα είμαι ανίκανος να γεράσω δίχως πάλι αξιοπρέπεια. Φοβάμαι, διότι η όποια επιτυχία, είναι κομήτης κι όχι πορεία, γιατί δεν μπορώ, μα ούτε θέλω να συγχωνευτώ στο όποιο “κύκλωμα”. Γιατί θέλω να είμαι Εγώ κι όχι κάποιος άλλος, δίχως να φοβάμαι, να χαρακτηρίζομαι με βάση τις πολιτικές μου πεποιηθήσεις, την καταγωγή, τη σεξουαλικότητα, τη σκέψη και το γίγνεσθαι κι να μην έχω το δικαίωμα να αμυνθώ.  Γιατί τα όνειρα μου σκοντάφτουν σε ένα “Αν” και γιατί πάνω απο όλα κουράστηκα να ονειρεύομαι, όλα εκείνα τα οποία θα πρέπει να μου είναι δεδομένα.

Λένε πως “η ελπίδα πεθαίνει τελευταία” κι έχουν δίκιο. Ζώντας όμως προσωπικά στην Ελλάδα θα έχω πεθάνει εγώ πριν απο εκείνη κι είναι κρίμα να μην ζήσω, εκείνη τη ζωή που δεν έζησα. Για αυτά φεύγω, για αυτά έφυγα. Άλλος μετανάστης με μια χούφτα χώμα, να το ρίξει εκεί που τελικά θα ριζώσει, να έχει κάτι απο την Πατρίδα και να φυτέψει ξανά, εκείνο το δεντράκι που το λένε Ελπίδα.