Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Μύκονος Εμπιστευτικό

Πριν κάποια χρόνια αποφάσισα να μετρήσω τα ένσημα μου, ξέρετε εκείνα που για όσους είμαστε μιας κάποιας ηλικίας είναι σα γραμματόσημα τα οποία φτύναμε και κολλούσαμε σε μια “καρτέλα ενσήμων” και τα οποία πιστοποιούσαν το πόσα χρόνια εργαστήκαμε, με σκοπό μελλοντικά να πιστοποιήσουμε και να “απαιτήσουμε” το ανάλογο ποσό για τη σύνταξή μας. Με φρίκη διαπίστωσα το αυτονόητο: είχα πολύ λιγότερα ένσημα αναλογικά με τους χρόνους που είχα εργαστεί στο παρελθόν. Στην Ελλάδα είναι πιο πιθανό κι “έλλογο” να συναντήσεις έναν εργοδότη ο οποίος θα σου “φάει” λεφτά, θα σου βάλει λιγότερα ένσημα, θα σε υποχρεώνει να πληρώνεις τον καφέ σου ακόμα και το νερό σου, με αποτέλεσμα το όποιο “αυτονόητο” σε ανθρώπινες κι εργασιακές συνθήκες να φαντάζει υπόθεση “επιστημονικής φαντασίας”. Δεν θα σταθώ στο γιατί και πως, κουράστηκα τόσα χρόνια πια να διυλίζω τον κώνωπα, μονάχα στο ότι είναι πλέον ρουτίνα να ακούς τα διάφορα μίζερα σχόλια αναφορικά με την εργασία και τις συνθήκες εργασίας του καθενός. Τι γίνεται όμως όταν εργαστείς στις “ιδανικές” συνθήκες. Εκεί όπου το αυτονόητο απογυμνώνεται απο τα εισαγωγικά του κι πέρα απο αυτό είναι ίσως ακόμα και καλύτερα από ότι θα μπορούσες να φανταστείς.

Ανακάλυψα πριν κάμποσο καιρό ένα site με το όνομα “Το Ημερολόγιο ενός Ανέργου”, στο οποίο άνθρωποι της διπλάνής πόρτας, άνθρωποι άνεργοι, προκειμένου να γλιτώσουν την τρέλλα της μη παραγωγικότητας, γιατί η δουλειά σε κάνει Άνθρωπο, εξιστορούν την καθημερινότητα τους, τη μιζέρια της ανεργίας, τους φόβους, τις ελπίδες και το χειρότερο την απουσία αυτών. Κι όσο πιο πολύ διαβάζω παρά την όποια θετική κι ενθαρρυντική στάση που προσπαθώ να κρατήσω, δεν παύω να θυμώνω με τόσους που γνωρίζω οι οποίοι όχι μόνο επιλέγουν την αεργία, αλλά το χειρότερο κι πιο αισχρό, είναι πως όταν επιτέλους βρίσκουν εργασία με τις καλύτερες συνθήκες, αναζητούν πάντα ένα λόγο να μιζεριάσουν και  να ευτελίσουν την ευκαιρία που τους δώθηκε. 

Είχα την τύχη να συνεργάζομαι τα τελευταία χρόνια στη Μύκονο με μια απο τις καλύτερες και πιο υγιείς επιχειρήσεις στην Ελλάδα, τόσο που στην αρχή μου φαινόταν ουτοπική, έχοντας συνηθίσει τα “παπατζηλίκια” των ελληνικών επιχειρήσεων του επισιτιστικού-τουριστικού τομέα. Ίσως ως ιδιοσυγκρασία, ίσως κι λόγω βιομάτων, για μένα αυτή η απρόσμενη τύχη με έκανε να θέλω να προάγω ακόμα περισσότερο τη δουλειά μου και την αποτελεσματικότητα μου. Έχω ως βασική μου αρχή πως τις συνθήκες εργασίας μας τις διαμορφώνουμε οι ίδιοι, ομως όταν αυτές καθορίζονται και μας δίνονται σα “μάννα εξ ουρανού”, εκεί οφείλουμε να δράττουμε την ευκαιρία να διαπρέψουμε κι πάνω απο όλα να τιμήσουμε την όποια εμπιστοσύνη μας δόθηκε.

Λυπάμαι όμως. Λυπάμαι να βλέπω και να συνεργάζομαι με ανθρώπους που είναι ανθρωπάκια στη σκέψη και στην καρδιά. Που σου συστήνονται με κακομοιριά, τάχα αδικημένοι απο τη ζωή, δίχως ευκαιρίες, που όταν τελικά τους δωθεί εκείνη η ευκαιρία, απλά αποδεικνύονται καιροσκόποι κι ανάξιοι. Και δυστυχώς όχι σε σχέση με εκείνον που τους έδωσε την όποια ευκαιρία, αλλά τονίζω, σε σχέση με εκείνους που τους άξιζε πραγματικά  μια ευκαιρία. Ζούμε σε λωλούς καιρούς. Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας μπορεί να σου επιβεβαιώσει τους χειρότερους σου φόβους. Η ανασφάλεια, η πιθανότητα να βρεθείς μόνος, άστεγος, παρατημένος, είναι μια δαμόκλειος σπάθη που αιωρείται πάνω απο τον καθένα μας… ή μήπως όχι; 

Μην κρίνεις λένε “εξ ιδίων τα αλλότρια” κι έχουν δίκιο, παρά το γεγονός πως το λησμονώ, όμως το βλέμα εκείνου του παιδιού, κάπου κοντά στα τριάντα, που με προσέγγισε στο σταθμό  της Πανεπιστημίου, λέγοντας μου πως είναι άνεργος και πεινάει κι εγώ, έχοντας μόλις “αγοράσει” το περιοδικό “Σχεδία”, δεν του έριξα ούτε μια ματιά, λόγω της φουρκισμένης ανάμνησης όλων των καιροσκόπων που συνάντησα και που προς ντροπή μου, γέννησε το σκεπτικό “να φορέσει κι εκείνος το γιλέκο της “Σχεδίας”, με στοίχειωνε αργότερα για μέρες. Θα έπρεπε όμως να θυμάμαι, πως η Ζωή είναι γκόμενα με καπρίτσια. Σε άλλους κάνει νάζια και σε άλλους τη σκύλα. Παρά λοιπόν τις όποιες διαδρομές κι αν έκανα αναζητώντας τον, με τις Ερινύες μιας στιγμιαίας ματιάς σε παρωπίδες, δεν τον βρήκα πουθενά να ζητήσω συγνώμη. Συγνώμη που δεν του έδωσα μια ευκαιρία να το “δω” ως άνθρωπο, παρασυρμένος στην δίνη της δικής μου απογοήτευσης για ανθρώπους κι συνεργάτες, στους οποίους δώθηκαν ευκαιρίες με εφαλτήριο την προσδοκία. Αλίμονο όμως η απογοήτευση είναι το μπάσταρδο της προσδοκίας κι όπως με κάθε μπάσταρδο, θες μεγαλείο ψυχής για να το αποδεχτείς κι ίσως να το αγαπήσεις.


Γι’ αυτό σε ευχαριστώ Ψηλέ. Γιατί με έκανες τόσο μικρόψυχο  που κατάλαβα πως δεν μου αρμόζει, μα πάνω απο όλα μου υπενθύμισες, πως μπαστάρδι μιας απογοήτευσης ήμουν κι εγώ που ευτυχώς κατάφερε να μου γίνω προσδοκία.