Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Γίνε κι εσύ Master Chef. Μπορείς!

Λένε, πως γνώρισμα των μαγείρων είναι η βωμολοχία κι όντως αυτό μας χαρακτηρίζει αρκετά, πέρα από τα τατουάζ τα τελευταία χρόνια, αλλά αυτό είναι της «μοδός» κι όχι γνώρισμα. Είτε αστειευόμενοι, είτε όχι το βρισίδι είναι μια καθημερινότητα μέσα στην κουζίνα, όπως τα σεξιστικά σχόλια, ο φαλλοκρατισμός ακόμα κι ο ρατσισμός αγκαζέ με τον Εθνικισμό, όπως διαπιστώνω με τα θλίψης μου από διάφορες αναρτήσεις μαγείρων, που τυγχάνει να είμαστε «φίλοι» στο μεγάλο μέσο κοινωνικής δικτύωσης του φατσοβιβλίου. Το βρισίδι, θα μπορούσε κανείς να το αποδώσει στην πίεση της δουλειάς η οποία «ξεσπά» μέσα από τη λεκτική βία, ενίοτε μαζί με τον εκσφενδονισμό του τηγανιού. Όμως κατά πόσο η χρήση της γλώσσας διαχωρίζεται από τη λεκτική αποτύπωση των ιδεολογιών μας  και την πεμπτουσία των σκέψεων μας;

Υπάρχει η πάγια αντίληψη πως οι γυναίκες δεν κάνουν για την Κουζίνα, την επαγγελματική νοώντας ή ακόμα κι αν υπάρχουν, είναι μονάχα για την Κρύα κουζίνα, για να φτιάχνουν σαλάτες και να πλένουν λαχανικά, άποψη που πολλοί συνάδελφοι ενστερνίζονται βαθύτατα, τόσο που ορισμένοι αρνούνται κατηγορηματικά να εντάξουν μια γυναίκα μέσα στην ομάδα τους. Από την άλλη, σπάνια θα συναντήσει κανείς μια γυναίκα στη θέση του «Chef» καθότι είναι λίγοι που θα εμπιστεύονταν αυτή τη θέση σε μια γυναίκα ή διαφορετικά, για μια γυναίκα είναι δύσκολο να έχει ευκαιρίες ανέλιξης. Παράλληλα με αυτό συναντά κανείς a priori έναν ρατσισμό απέναντι σε οποιονδήποτε δεν ανήκει μέσα στην κουζίνα, αρχής γενομένης από τους σερβιτόρους και σαφέστατα η έκφραση αυτής της διάκρισης αποτυπώνεται με το ίδιο το φαγητό. Άλλο είναι το φαγητό για τους υπόλοιπους, ειδικά σε μια ξενοδοχειακή μονάδα υπάρχουν πάρα πολλά τμήματα και άλλο το φαγητό το οποίο τρώνε οι ίδιοι οι μάγειροι και το οποίο βέβαια μαγειρεύουν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους.

 Έπειτα υπάρχει η διάκριση απέναντι στους λαντζέρηδες. Εκείνους που κάνουν τις παρακατιανές τις δουλειές, όπως το καθάρισμά, τόσο που φωνάζουν αυτούς ακόμα και για το δικό τους καθάρισμα. Στη συνέχεια υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στους ίδιους, διότι άλλοι μπορεί να κατάγονται από κάπου αλλού, να έχουν διαφορετική θρησκεία, διαφορετικό χρώμα, διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, διαφορετικές εμπειρίες και διαφορετικό «βαθμό».  Πραγματικά παρακολουθώντας κανείς μαγείρους μέσα στην κουζίνα είναι σα να παρακολουθεί εκπομπή του National Geographic με θέμα τις κοκορομαχίες για να ακολουθήσει εν συνεχεία η σαπουνόπερα απέναντι στο «αφεντικό», με το γλείψιμο μπροστά του και «τον μαλάκα» από πίσω του, όμως αυτό είναι άλλο θέμα από μόνο του. Αν θίγεται τώρα κανείς διαβάζοντας αυτά θα ήθελα να τον  ρωτήσω πόσες φορές δεν έχει πει σεξιστικό αστείο μέσα στην κουζίνα; Πόσες φορές έφτιαξε προσεγμένα το φαγητό προσωπικού, τόσο που δεν έφτιαξε κάτι διαφορετικό για τον ίδιον;

Αλήθεια πόσοι πραγματικά θα προσλάμβαναν ισάριθμο αριθμό αντρών και γυναικών για την κουζίνα τους; Θα έφτιαχναν διαφορετικό φαγητό για κάποιον που είναι ισλαμιστής και θα σέβονταν το Ραμαζάνι, ώστε να μαγειρέψουν κάτι για αυτόν όταν θα έπεφτε ο ήλιος; Θα δέχονταν να έχουν στην ομάδα τους κάποιον που είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος, τρανς  και θα το αντιμετώπιζαν με τον ίδιο σεβασμό; Θα έδιναν ευκαιρία σε κάποιον που ζητά μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή του, δίχως να γίνονται επικριτικοί; Που θα επέβαλλαν μέσα στην κουζίνα τους την ίση μεταχείριση και τέλος δεν θα επέτρεπαν την όποια σεξιστική και ρατσιστική αναφορά;

Η «αποκατάσταση του μουσακά», έδωσε εργασιακό διέξοδο σε πάρα πολλούς τις προηγούμενες δεκαετίες. Ανθρώπους που «δεν τα έπαιρναν» τα γράμματα ή που απλά δεν είχαν την ευκαιρία να «μάθουν γράμματα» και θα επέβλεπε κανείς πως σε εκείνες τις γενιές είναι που θα συναντούσε κανείς όλα τα παραπάνω γνωρίσματα. Ελλείψει  παιδείας θα έλεγε κανείς. Όμως όχι! Αναφέρομαι στη «χρυσή» γενιά των παιδιών του ’80 –’90. Πλέον το επάγγελμα του “Chef”, όπως διατείνονται απο τις αντίστοιχες σχολές, έπαψε να είναι μια απλή επαγγελματική αποκατάσταση χάρη στην προβολή που δέχτηκε τα τελευταία δέκα χρόνια, έγινε πλέον το μέσο για ΤΗΝ αποκατάσταση. Είναι εκείνο το επάγγελμα που μπορεί να χαρίσει δόξα, αναγνωρισιμότητα, προβολή και φυσικά χρήμα και στο κυνήγι αυτού αφοσιώνονται πιο πολύ στη «σφαιροποίηση» κι όχι στην ίδια την Μαγειρική.

Πετυχημένος όμως Chef δεν είναι εκείνος που προβάλλεται στην τηλεόραση, ούτε εκείνος που έχει ένα εστιατόριο και δίνει πληρωμένες συνεντεύξεις στα έντυπα. Είναι εκείνος που μπορεί να γεφυρώνει τις διαφορές και να ευρίσκει τις ομοιότητες μέσω αυτών, γιατί αν κάτι μπορεί κανείς να αποκομίσει από τη Μαγειρική, είναι πως προκειμένου να παράγει κάτι νέο, θα πρέπει πρώτα να αποδεχτεί τη διαφορετικότητα και να την αγαπήσει. Γι’ αυτό σε εκείνη τη γενιά της αποκατάστασης του μουσακά δεν συναντά κανείς τις διάκρισεις, παρά μονάχα το «χαϊδευτικό» βρισίδι. Γιατί μάθανε τη μαγειρική στην πράξη και είδαν πως από τη διαφορετικότητα των υλικών, των πολιτισμών, των ανθρώπων, πάντα κάτι νέο παράγεται κι αυτό γιατί απλά όλα προέρχονται από κάτι κοινό: την αγάπη. Απλούστατα γιατί μαγειρική, είναι να αγαπάς και την αγάπη την μοιράζεσαι, αδιακρίτως. Έτσι μαθαίνεις κι εσύ τον εαυτό σου να μην κάνει διακρίσεις και γι’ αυτό η γλώσσα που επιλέγεις τελικά να χρησιμοποιείς μέσα στην κουζίνα, είναι αυτή που  εμπεριέχει αποδοχή κι άντε που και που,  κάνα χαϊδευτικό μπινελίκι.

Ένας νέος διαγωνισμός-τηλεπαιχνίδι ξεκινά πάλι με αντικείμενο τη μαγειρική. Ένας θα είναι ο νικητής με όλα όσα το ακολουθούν. Καλή τύχη εύχομαι στους συμμετέχοντες και μια μικρή υπενθύμιση: Το παιχνίδι κερδίζεται στην Κουζίνα.




  

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Στη Ζώνη του Γκρεκόφωτος

Λένε πως όταν είσαι στη Ρώμη, ντύνεσαι όπως οι Ρωμαίοι, εννοώντας πως πρέπει να υιοθετεί κανείς τις συνήθειες του λαού στον οποίον βρίσκεται. Έτσι κι εγώ, εδώ στα ξένα, είπα να γίνω ντόπιος ποδηλάτης, υιοθετώντας τη συνήθεια της μετακίνησης με ποδήλατο μέσα στην πόλη. Γιατί όχι άλλωστε αφού πίσω στο Λ.Α. πάλι με ποδήλατο μετακινούμουν, αφού πρώτα έκανα τάμα στη Μεγαλόχαρη κάθε φορά που έβγαινα στον δρόμο για να γυρίζω ζωντανός στο σπίτι, ενώ εδώ, εδώ υπάρχουν ειδικοί ποδηλατόδρομοι και φανάρια ειδικά για ποδήλατα κι έχεις και προτεραιότητα, για να βγάζεις το άχτι που σου είχε μείνει από παιδί, όταν άκουγες τη μανούλα να σε φωνάζει από το μπαλκόνι: «Γιαννάκη μην τρέχεις και σε πατήσουν τα αυτοκίνητα», και πάταγες φρένο για να γλιτώσεις μετά το σκαμπίλι στο σπίτι, (όχι πως με λένε Γιάννη, αλλά λέμε τώρα).
Έτσι λοιπόν ρώτησα στο φατσοβιβλίο μη και ξέρει κανείς κάναν μεταφορέα που να κάνεις μεταφορές από την Αθήνα ίσαμε δω πέρα, (σα τότε που ‘βγαινε η κυρά Μαρίτσα στη γειτονιά, έβγαζε το κεφάλι της απέξω από το παραθύρι και ρώταγε τις υπόλοιπες τις κυράδες, που να πάει για φόδρα σα κατέβει στην πόλη και τις απαντάγανε ταυτόχρονα όλες), έτσι λοιπόν κι εγώ έλαβα διάφορα ονόματα και συστάσεις από ένα σωρό καλοπροαίρετους ανθρώπους, καλή τους ώρα κι εδιάλεξα ένανε που πολλοί τον ονοματίσανε. Κιοσσές, με τ’ όνομα, «από ένα δέμα μέχρι ένα σπίτι», το σλόγκαν του. Παίρνω κι εγώ τηλέφωνο τον κύριο, δυο τηλέφωνα είχε, ένα Ψωροκωσταναίικο κι ένα ντόπιο και τονε ρωτώ πόσο πάει να μου μεταφέρει το ποδήλατο από κάτω, από Αθήνα καλέ, μέχρι εδώ στο βορρά. Ογδόντα ευρώπουλα με λέει και παράδοση, όξω από του σπιτιού την πόρτα! Τι λες!, λέω από μέσα μου, κοίτα εξυπηρέτηση ο Κιοσσές, που πίσω στην πατρίδα θα με ‘λεγαν μέχρι το πεζοδρόμιο και πολύ σου είναι! Ώραια βρε μάστορα, του λέω και πως θε να γίνει;, ρωτώ ο αδαής!
- Άκου, με λέει: Θα το πας στο Βοτανικό και θα το παραδώσεις σε έναν συνεργάτη μου τον Καλαϊτζή. Θα τονε πάρεις τηλέφωνο, (μου ‘δωκε το τηλέφωνο του άμα θέλετε να σας το δώσω) και θα του πεις το και το.
Όπερ και εγένετο. Παίρνω τον κύριο του Βοτανικού, Τρίτη μεσημέρι και με λέει να βιαστώ, γιατί φεύγει το φορτηγό την Πέμπτη το απόγεμα άμα θέλω να το έχω μέχρι την άλλη Τετάρτη. Τι να κάνω κι εγώ ο δόλιος, ευτυχώς έχω ακόμα φίλους στην πατρίδα, αγγαρεύω έναν φίλο και να σου το πάει το ποδήλατο την επόμενη μέρα στο πρακτορείο. Γουρουνοπούλα του ‘ταξα του φίλου για τα Χριστούγεννα, μαζί με μια νταμιτζάνα μπρούσκο, να του ‘στείλει άλλος φίλος από το χωριό.
Περνάει όμως μια βδομάδα, περνάει δεύτερη βδομάδα, άφαντο το ποδήλατο. Παίρνω τηλέφωνο στο ντόπιο το νούμερο, κλειστό. Αφήνω μήνυμα λέγοντας τα καθέκαστα και λέω από μέσα μου, περιοδεία θα κάνει εις τα Ευρώπας, αλίμονο Κιοσσές με το όνομα είναι, σα πολλά δέματα θα είχε να παραδώσει και πολλά νοικοκυριά να μεταφέρει και περιμένω. Περνάει όμως και τρίτη βδομάδα, άφαντο το ποδήλατο, άφαντος κι ο Κιοσσές, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση και το τηλέφωνο δεν το σηκώνει. Α, λέω θα πάρω κάτω στον άλλο μάγκα του Βοτανικού και δέησε τούτος δω και το σήκωσε με την πρώτη.
-Α!, λέει, δεν έφυγε ακόμα το φορτηγό!
-Και πόθε φεύγει ρε μάστορα, τονε ρωτώ.
-Πάρε με το απόγεμα, λέει να σου πω πότε φεύγει.
Έλα που εγώ έμπλεξα το απόγεμα και δεν μπόρεσα να τονε πάρω και δεν έχω πια την κυρά Κούλα γειτόνισσα, να με πει τον καφέ, να μάθω κι εγώ πότε φεύγει το φορτηγό από τον Καλαϊτζή. Περνάει λοιπόν έτσι κι άλλη εβδομάδα και στο τέλος της επομένης, αφού είχα ξεχάσει πια εγώ και ποδήλατο και Βοτανικούς, χτυπά σήμερα το τηλέφωνο και ακούω από την άλλη άκρη της γραμμής: 
-Ναι, έλα φίλε, για το ποδήλατο σε παίρνω! Είναι εδώ πίσω από την Λαχαναγορά!
Άγιε μου Φανούριε! Σταυροκοπιέμαι και σκέφτομαι πως έχω φούρνο μικροκυμάτων στο σπίτι και πίτα δεν ψήνει το άτιμο όταν παράλληλα με τον άλλον, του λέω τη διεύθυνση του σπιτιού μου, μην ξεχνάμε, όξω από την πόρτα μου θα το ‘φερνε ο Κιοσσές.
-Ποιο σπίτι μου λέει, εδώ στη Λαχαναγορά είναι, να έρθεις να το πάρεις!
Κόκκαλο εγώ! Αφού του λέω όλη την ιστορία, επιμένω πως συμφωνήσαμε με τον Κιοσσέ πως θα το ‘φερνε όξω από το σπίτι, μου αποκρίνεται ο Γιώργος, καλή του ώρα, πως το ποδήλατο λέει το παρέλαβε η εταιρία στην οποία εργάζεται, την Κυριακή από τα Γιανιτσά, από άλλη λέει εταιρία. Ούτε από τον Κιοσσέ, ούτε από τον Καλαϊτζή. Κοίτα που το ποδηλατάκι μου έκανε διεθνή καριέρα και δε του το ‘χα όταν σκόνταφτε στις λακούβες της Λένορμαν. Φιλότιμο είχε όμως ο Γιώργος και πήρε το αφεντικό τηλέφωνο να του πει τα καθέκαστα και με ξαναπαίρνει, ούτε αναπάντητη καν ο Γιώργος, και μου λέει πως δεν γίνεται πρέπει εγώ να πάω να το πάρω. Φόρτωνε κιόλας ο δόλιος, έφευγε πάλι ταξίδι για μεταφορά και μου δίνει το τηλέφωνο του Δημήτρη, να τον πάρω να με περιμένει ειδάλλως μετά από μια βδομάδα θα πάταγε πάλι άνθρωπος στην αποθήκη και σας ρωτώ εγώ τώρα: Θα το αφήνατε το ποδηλατάκι εκεί πέρα ή θα παρατάγατε ότι κάνατε για να πάτε να το πάρετε, μη και πάει καμιά άλλη περιοδεία;
Αφού φτάνω με τα χίλια ζόρια εκεί, να τος ο Δημήτρης, καλή του ώρα κι αυτουνού, ετοιμαζόταν να αναχωρήσει, να το και το τσαχπίνικο το ποδηλατάκι μου, που πρώτη δουλειά ήταν να ελέγξω πως έχουν αέρα τα λάστιχα και δεν θα χρειαστεί να το πάρω στην πλάτη. Να’ ναι καλά ο φίλος κάτω στην πατρίδα, που μερίμνησε και τα φούσκωσε και χαλάλι και η γουρνοπούλα και το μπρούσκο να πίνει στην υγειά μου. Τα λέμε λίγο με τον Δημήτρη κι αφού του είπα για ψυχοθεραπεία όλο το στόρυ, μου λέει κλείνοντας με νόημα το μάτι «Δεν ήξερες δεν ρώταγες; Άλλος περίμενε ενάμιση μήνα να του πάνε τα πράγματα!» κι εγώ έπρεπε να είμαι κι ευχαριστήμένος αφού πήρε μονάχα έξι εβδομάδες.
Χαιρετηθήκαμε με τον Δημήτρη, Καλές Γιορτές του ευχήθηκα με την οικογένια στην πατρίδα και βγάζω το Google Map να γυρίσω. Ανεβαίνω στο τσαχπίνικο το ποδηλατάκι μου και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω γάντια, κασκόλ, σκουφάκι, η θερμοκρασία είναι κοντά στο μηδέν και φοράω ένα απλό μπουφάν. Χαλάλι η λαμογιά και το δούλεμα και το «όξω από την πόρτα» βρε κύριε Κιοσσέ, αλλά τα αρχιδάκια μου που γίναν αμυγδαλές από το κρύο, δεν τα λυπηθήκατε ωρέ;

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Happy Birthday to...Me!

Εργαζόμενος μέσα στην Κουζίνα, γνώρισα κι συναναστράφηκα ένα σωρό κόσμο. Δυστυχώς στην πλειοψηφία, κόσμο που ζουν μέσα στον δικό τους μικρόκοσμο. Ανθρώπους που ασχολούνται περισσότερο με το τι κάνει ο διπλανός τους κι όχι με το τι θα έπρεπε να κάνουν οι ίδιοι, που χαμογελούν ψεύτικά, που χτίζουν το Εγώ τους μειώνοντας τον άλλον, που έχουν  «αφεντικά» κι όχι αξία, που αμελούν πως το πρώτο πράγμα που κάνουμε όταν εισερχόμαστε μέσα στην Κουζίνα είναι ο «ποιοτικός έλεγχος» κι το τελευταίο, είναι η μέριμνα αυτού για την επόμενη μέρα. Γελώ θυμούμενος περιστατικά, στα οποία μου ορκίζονταν Μαγείρια για την πραγμάτωση του ποιοτικού ελέγχου, ενώ ήξερα πως το κρέας σάπιζε για μέρες μέσα στο ψυγείο, το οποίο αβίαστα θα σέρβιραν πάνω στη φούρια της δουλειάς είτε από απροσεξία είτε το χειρότερο, επειδή δεν γνωρίζουν πραγματικά τι εστί «ποιότητα».

 Στη δουλειά αυτή όμως η ποιότητα είναι και πρέπει να είναι το πρώτο μας μέλημα. Ποιότητα στις πρώτες ύλες, στην «τεχνική», την «εκτέλεση», την παρουσίαση, στους συνεργάτες, στο χώρο, στα «αφεντικά». Ποιος είπε πως μόνο εμείς κρινόμαστε; Αντιθέτως οφείλουμε να κρίνουμε και οι ίδιοι, όμως για αυτό οφείλει κανείς να κάνει στον ίδιο του τον εαυτό, τον δικό του ποιοτικό έλεγχο. Τότε και μόνο τότε μπορεί κανείς να αναγνωρίσει την ποιότητα γύρω του. Κανείς δεν μας αναγκάζει να μείνουμε σε ένα χώρο που δεν διαθέτει εκείνες τις ποιότητες που θέλουμε, επιλογή μας είναι να το κάνουμε  κι επειδή είναι βαρύ αυτό το φορτίο, το καταμερίζουμε αντιστοίχως κατά πως μας βολεύει.

Σήμερα είναι τα γενέθλια μου κι αν υπάρχουν δυο γιορτές που τιμώ, αυτές είναι τα γενέθλια και η Πρωτοχρονιά. Άτιμο πράγμα ο χρόνος. Άλλοι τον μετρούν με το βάρος των ετών κι άλλοι με την αξία των καρατιών. Γιατί μεγαλώνω θα πει ωριμάζω κι αν υπάρχει κάτι που πλέον (ευτυχώς) εκτιμώ είναι η ποιότητα και για καλή μου τύχη όχι μονάχα με την πεζή υλιστική έννοια αυτής. Διότι Ποιότητα είναι, η ελευθερία της σκέψης, απεγκλωβισμένης από νοητικούς φραγμούς, φόβους, καθωσπρεπισμούς κι μικροπρέπειες. Είναι απλά το να μπορείς να είσαι Εσύ, δίχως Εγώ. Να μπορείς να λες τη γνώμη σου κι όχι την άποψη σου ,(άλλωστε η άποψη είναι σα την κωλοτρυπίδα, όλοι έχουν από μια) κι να μπορείς να την υπερασπίζεσαι ακόμα κι αν «κοστίσει», όμως βερεσέ από τη ζωή να μην δεχτείς.

Το δώρο που έκανα στον εαυτό μου φέτος είναι μια πρόσληψη. Προσέφερα εργασία σε μια γυναίκα τρανς. Κι όχι, το γεγονός πως είναι τρανς δεν την καθιστά «τρόπαιο», αλλά  υπενθύμιση στον εαυτό μου πως πρέπει καθένας να αντιμετωπίζεται κι να έχει ίσες ευκαιρίες ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Γιατί πρέπει κανείς να βλέπει τον άνθρωπο κι όχι την όποια ταμπέλα έτυχε να του κρεμάσουν. Κρίμα που αυτή τη γνώση, έπρεπε να την αποκομίσω λόγω των προσωπικών μου βιωμάτων, μα από την άλλη  η εμπειρία στις κουζίνες μου έχει μάθει, να κοιτάζω το ίδιο το προϊόν κι όχι τη συσκευασία του.

Θέλω η Ομάδα μου θέλω να είναι πολυπολιτισμική, πολύχρωμη, διαφορετική επειδή απλά αυτές οι διαφορές είναι που μας ενώνουν κι χάρη σε αυτήν, θα μπορούμε να είμαστε δημιουργικοί. Κι είμαι διατεθειμένος να παλέψω για αυτή τη διαφορετικότητα μας, με την ίδια άνεση που πλέον τα χρόνια μου δίνουν την ευχέρεια, να απομακρύνω από τη ζωή μου συνεργάτες, αφεντικά, γνωστούς κι ανθρώπους που απλά δε διαθέτουν την ποιότητα εκείνη της ελευθερίας. Δέσμιοι στερεοτύπων, μίζερα ανθρωπάκια που κυνηγούν το μπαλόνι της δημιουργίας, βαφτίζοντας τις αλυσίδες των πρωκαταλήψεων στις οποίες πατούν, δημιουργικότητα. Δημιουργικότητα όμως είναι να δίνεις ίσες ευκαιρίες, να μετουσιώνεις το απλό σε περίπλοκο κι να το διαχειρίζεσαι με την ίδια προσοχή με το «ακριβό».

Μεγάλωσα άλλο ένα χρόνο και μονάχα μια ευχή δίνω στον εαυτό μου. Να είναι τα χρόνια μου χαρούμενα και με την ίδια ευχή ανταποδίδω τις δικές σας για σήμερα.




Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Σμυρνέικος Μουσακάς


«Γιόμισε και πάλι το φεγγάρι. Σε λίγο θα ‘ναι και πάλι καιρός για μελιτζανάκι.» Έτσι χώριζε η Γιαγιά τους μήνες και τις εποχές, ανάλογα με το τι έφτιαχνε, ακόμα κι όταν πια δεν μπορούσε να φτιάχνει.

Ζύγωνε το Φθινόπωρο, τελείωνε το Καλοκαίρι κι ορεγόταν η κυρά Μαρία έναν μουσακά, με τις τελευταίες τις μελιτζάνες του χρόνου. Έτσι γούσταρε να τις λέει ακόμα κι αν μελιτζάνες υπήρχαν πια όλο το χρόνο: «Η μελιτζάνα είναι φρούτο το καλοκαιριού κι ο μουσακάς τρώγεται καλύτερα αφού περάσουν οι πολλαί οι ζέσται. Να αποχαιρετάς το Καλοκαίρι σου και να καλωσορίζεις το Φθινόπωρο. Μην τηνέ ακούς τη Σταυρούλα που παινεύεται για το μουσακά της. Εκείνη τονέ φτιάνει νωρίς το καλοκαίρι, σα είναι γλυκές οι μελιτζάνες. Μα η μαεστρία γιαβρί μου φαίνεται στα δύσκολα. Να την παίρνεις πικρή τη μελιτζάνα, αφού την έχει κάψει πια ο ήλιος κι αφού την πλανέψεις, να σου δώκει όλη την γλύκα που κράταγε κρυφά μέσα της. Σα την ίδια τη ζωή. Θα το δεις!

 Ότι αποκτάς μονάχος σου με κόπο, πάντα αξία ανώτερη θα σε δίνει και θα σε γλυκαίνει στο τέλος, παρά τις πίκρες που γεύτηκες. Μα να θυμάσαι γιαβρί μου, να μην τα παρατήσεις. Να στίβεις πάντα το μυαλό σου, να βαστά η καρδιά σου και να τονε βρεις τον τρόπο σου. Της Ζωής της αρέσουν τα παλικάρια! Ακούς;», έλεγε κλείνοντας μου πονηρά το μάτι ενώ  ο δεξιός της δείκτης έκανε τσαλιμάκια στον γκρίζο της κρόταφο. «Άιντε! Τράβα στον κυρ Μάρκο και πάρε οχτώ μελιτζάνες φλάσκες. Πε του πως τις θέλω εγώ για μουσακά. Ξέρει αυτός. Από τον μπαξέ του να του πεις, τις τελευταίες που μάζεψε.» και πήγαινα εγώ τρέχοντας μέχρι το γέρο μανάβη της γειτονιάς ο οποίος άπλωνε την πραμάτεια του μπροστά στο μαγαζί, πάνω σε κάτι ξύλινα τελάρα που τα ‘χε ασπρίσει πια ο ήλιος.

Με ένα γαϊδούρι γυρνούσε τις γειτονιές ο κυρ Μάρκος και πουλούσε φρούτα και ζαρζαβατικά.  Παντρεύτηκε κάποια στιγμή  και πήρε προίκα το οικόπεδο απέναντι από τον φούρνο μας κι έχτισε εκεί το μαγαζί του κι από πάνω το σπίτι. Τον Μένιο, τον γάιδαρο, Ντεντένι θυμάμαι τον φώναζα, τον είχε πίσω στο μπαξέ του όπου καλλιεργούσε λίγα λαχανικά εποχής και τα πουλούσε επιλεκτικά σε λίγες πελάτισσες της γειτονιάς. Μια από αυτές ήταν η κυρα Μαρία. Για αυτό με ‘στελνε η γιαγιά συχνά να πάω του γαϊδάρου ξερό ψωμί μια και με τα χρόνια είχε γεράσει και δεν μάσαγε πια καλά.

Θυμάμαι τη μερα που πέθανε ο γάιδαρος. Ο θρήνος κι ο οδυρμός του κυρ Μάρκου αναστάτωσε πρωϊνιάτικα  όλη τη γειτονιά κι εμείς μικρά, σαστισμένα κι περίεργα απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, ακούγαμε τους μεγάλους να λένε στον κυρ Μάρκο: «Ηρέμησε, μην κάνεις έτσι. Ένα ζώο ήταν μόνο!» κι όσο του το λέγανε αυτό τόσο φούντωνε εκείνος κι φώναζε: «Εγώ χάρη στον  Μένιο έζησα κι μεγάλωσα τα παιδιά μου. Ποιος άνθρωπος βρε μου το ‘κανε αυτό; Ε;» και κλαίγαμε κι εμείς μαζί του, γιατί τον αγαπούσαμε τον Μένιο. Κάθε μέρα μετά το σχολείο περνούσαμε από τον κήπο που ζούσε, έβγαζε τη μουσούδα του από τον φράχτη σα του μιλούσαμε λες και  μας χαιρετούσε έναν- έναν. Ακόμα έχω στη μνήμη μου, σα ήμουν πιο μικρός κι ο Μένιος βάσταγε περισσότερο, τις Κυριακές που τον έβγαζε ο κυρ Μάρκος βόλτα, με έβαζε καβάλα στη ράχη του κι εγώ φώναζα «Ντένι, ντένι!» για να πάει πιο γρήγορα κι από κει μου ‘μεινε και τον φώναζα «Ντεντένι».

Πέρασε όμως ο καιρός. Πέθανε ο κυρ Μάρκος, πέθανε κι η Γιαγιά μου και στις αλάνες που έπαιζα καβάλα στον Μένιο, χτιστήκανε πολυκατοικίες. Γκρεμίστηκε κι ο φούρνος μας, όπως και το μανάβικο απέναντί του κι εγώ  μεγάλωσα και γκρίζαραν πια οι δικοί μου κρόταφοι. Φεύγω πάλι αύριο, καβάλα στα όνειρα μου, γιατί το παιδί του Ντεντένι εξακολουθεί και θέλει να γελάσει, όμως δεν υπάρχει πια σπιθαμή  αλάνας πια. Χτιστήκανε τα αυθαίρετα όνειρα των άλλων κι φτάσαμε  να μην έχουμε πια  χώρο ο ένας για τον άλλον.  Ίσως για αυτό να λαχτάρησα σήμερα έναν μουσακά. Με τις «τελευταίες» μελιτζάνες του χρόνου, για να θυμίσω στον εαυτό μου πως την όποια πίκρα που έρχεται, να τονε βρω τον  τρόπο μου και να την γλυκάνω, γιατί της Ζωής της αρέσουν τα παλικάρια.


Σμυρνεϊκος Μουσακάς

«8 μελιτζάνες φλάσκες από μπαξέ και μοναχά με κοπριά. Θα τις κόψεις σε φέτες ίσαμε ένα δάκτυλό και θα τις βάνεις σε μια λεκάνη με κρύο νερό και μια χούφτα αλάτι. Βάνε κι ένα πιάτο από πάνου να τις σκεπάζει κι άφησε τες από βραδύς. Την επόμενη μέρα στράγγισε τες καλά, μα μην τις δει ο ήλιος και τις κάψει και ρίξε τους μπόλικο λάδι να τραβήξουν. Άλλοτε τις τηγανίζω, άλλοτε τις ψήνω στο φούρνο άμα δεν προκάμω μα πιο πολύ να ξέρεις νοστιμεύουν εάν τις ψήνεις στα κάρβουνα. Βάνε και λίγο σκόρδο μες’ το λάδι να μαριναριστούν ίσαμε μια ώρα και μετά ψήστες στα κάρβουνα με λίγο κλήμα. Βαϊ- βαϊ να δεις τι νόστιμες που γίνονται! Άστες μετά να κρυώσουν και μετά να τις στρώνεις στο ταψί. Μην τις βιάσεις γιατί θα σε λιώσουν! Ο μουσακάς δεν είναι βρε που λένε μπελαλίδικος! Μερακλίδικος είναι! Γι’ αυτό στρώσε τη μια σειρά να κοιτάζει προς δυσμάς και μια προς ανατολάς και τούμπαλιν. Γκέγκε;

Άκου τώρα τον κιμά σου πως να τον κάνεις.

Πρώτα από όλα να τον έχεις από κοντά τον χασάπη, μη σου δώκει τίποτα κρέας για ξεσαβούρωμα. Να τον κόβει μπροστά σου τον κιμά πάντα! Μια οκά να παίρνεις, ανάμεικτο πάντα! Κόψε καλύτερα από σπάλα μοσχαρίσια και από μπούτι χοιρινού να γλυκάνει ο κιμάς και να περισσεύει κατιτίς. Όχι σα του Πιγκουϊνου! Άκου μουσακά με μια σταλιά κιμά! Αλλά βέβαια, κοντή αυτή, μπόι στο μουσακά να δώσει; Ήθελα να ΄ξερα τι της βρήκε ο μπάρμπας σου και χάλασε το σπιτικό του για δαύτη!

Τι έλεγα; Α, ναι!

Ένα μεγάλο κρεμμύδι να πάρεις. Ψιλόκοψέ το  και 5 σκελίδες σκόρδο. Ναι,μπρε! Πέντε! Τι το φοβάσαι; Το σκόρδο βρε είναι υγεία! Αλλά πρόσεχε τώρα. Πρώτα θα ρίξεις το λάδι και σα κάψει λίγο μετά ρίξε το σκόρδο. Τι πόσο λάδι; Ίσα με’ να φλυτζάνι. Άκουμε τώρα. Πρώτα να κάψεις καλά το σκόρδο, να βγάλει τα αρώματά του, αλλά να μην καεί, γιατί θα σου πικρίσει μετά. Να πάρει πάρει χρώμα…να σα το κεχριμπάρι που φορώ και μετά να ρίξεις το κρεμμύδι. Εκείνο θα το τσιγαρίσεις καλά, να ασπρίσει κι αψές ρίξε το κρέας. Σα το ανακατεύεις να σπάσει, ρίξε λίγο ουζάκι. Νοστιμεύει βρε το κρέας και το μαλακώνει. Βάνε μετά 2 ντομάτες φρέσκες και ένα κουταλάκι πελτέ. Αϊντε για τις ανεπρόκοπες κάνει κι εκείνος, ο έτοιμος του μπακάλη.

              Ρίξε τώρα 5-6 φύλλα βάγια, 2 ξυλάκια κανέλα λίγο μπαχάρι, 5-6 γαρούφαλλα και λιγουλάκι κύμινο. Όλα ολόκληρα! Ναι; Έτσι δεν βαραίνει βρε ο μουσακάς και το κρέας παίρνει ούλο το άρωμα. Τι, πολλά είναι; Βρε κουτό! Φαϊ χωρίς μπαχάρια είναι σα άνοστο σικίσι. Τι να το κάνεις; Κλείσε τώρα το καπάκι κι άστο να σιγοβράζει καμιά ώρα. Αλάτι και πιπέρι βρε στο τέλος κι αν σου βγήκαν ξινές το ντομάτες, θα ρίξεις μια τζούρα ζάχαρη. Μα μην το παρακάνεις! Σα την Ευλαμπία που τρως το μουσακά της και νομίζεις πως τρως γαλακτομπούρεκο.

 Τώρα για την κρέμα άκου με προσεχτικά. Λιώσε καλά το βούτυρο, ίσα με ένα τέταρτο. Αγελαδινό ντε! Και ρίξε μια στάλα λαρδί. Αυτό μόνο σε σένα το λέω. Ακούς; Μετά ρίξε πέντε κουταλιές αλεύρι κοσκινισμένο. Εδώ σε θέλω τώρα! Να ανακατεύεις καλά το αλεύρι με την κουτάλα, να μην σου σβωλιάσει κι αψές ρίξε το γάλα. Κατσικίσιο να βάζεις! Να κι αυτό μοναχά σε σένα το λέω! Σε όλους αγελαδινό λέω αλλά δε βγαίνει ίδιο. Θα δεις! Ένα λίτρο να βάλεις! Να είναι παχιά η κρέμα αλλά να μη σου βγει πάνω από ένα δάκτυλο. Ανακάτευε τώρα συνέχεια με την κουτάλα σε σιγανή φωτιά μέχρι να δέσει η κρέμα. Τι εννοώ να «δέσει»; Να κάνεις μια με το δάχτυλο στη ράχη της κουτάλας και να κάνει γραμμή βρε! Βγάλε την τότες από τη φωτιά και βάλ’ την πάνου σε μια βρεμένη πετσέτα, να κόψει το ψήσιμο. Χτύπα τώρα 4 αυγά και ρίχτα μέσα στη κρέμα. Βάνε τώρα το αλάτι, το πιπέρι και μια πρέζα ζάχαρη. Ανακάτεψε καλά και τώρα ρίξε λίγο μοσχοκάρυδο τριμμένο.

Βάστα, μη βιάζεσαι! Είπαμε ο μουσακάς είναι μερακλήδικος. Βάλε τριμμένη γραβιέρα πάνω από τον κιμά και μετά ρίξε την κρέμα. Κούνα απαλά το ταψί να κάτσουν καλά τα υλικά σου και πασπάλισε με την υπόλοιπη γραβιέρα τώρα. Εμένα η σχωρεμένη η μάνα μου τον έψηνε στο ξυλόφουρνο για καμμιά ώρα και όταν τον έβγαζε όξω, ξελιγωνόταν ούλη η γειτονιά από τη μυρουδιά. Τώρα βάλτο εσύ στο φούρνο στους 180 βαθμούς για 50 λεπτά, απλά έχε το νου σου μη σου αρπάξει το τυρί από πάνου. Όοοχι! Ο μουσακάς δεν κόβεται ζεστός. Σα κρυώσει τρώγεται και να ξέρεις, ε; Την επομένη είναι πιο νόστιμος.

Τα γραψες κάτου; Ωραία, γράψε και τούτο τώρα. Είπαμε ο μουσακάς είναι φαγί μερακλήδικο. Να τονε φτιάνεις ότανε θες να χαιρετίσεις κάποιονα και πιότερο όταν θες να αποχαιρετίσεις. Είναι το ξεπίκρισμα της μελιτζάνας βρε γιαβρί μου, που κάνει τον αποχωρισμό πιο γλυκό.»