Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Το Χρονικό του Ψηλού

Σε όλες τις κουζίνες του κόσμου υπάρχει πάντα ένας “Ψηλός”, ο οποίος δεν είναι απαραίτητα ψηλός αλλά εμείς θα τον φωνάζουμε “Ψηλό”. Ο Ψηλός στην αρχή της επαγγελματικής σας γνωριμίας θα προβεί σε βαρύγδουπες δηλώσεις του τύπου: “Η μαγειρική είναι το πάθος μου!” και του στυλ “Σκοπεύω να δουλέψω πολύ σκληρά για να εξελιχτώ κι να πετύχω στη μαγειρική!”. Κι εσύ ο αδαής θα τον πιστέψεις κι θα πάρεις τοις μετρητοίς τα όσα σου δήλωσε, διότι πως να το κάνουμε, ένας μαγειράκος είσαι κι όχι πράκτορας του CIA με μεταπτυχιακό στην Ψυχολογία- Παραψυχολογία του Homo Sapience Sapience, ούτε έχεις το κληρονομικό χάρισμα του Τρίτου ματιού και γι’ αυτό θα τον βάλεις στην Κουζίνα σου, να του δώσεις μια ευκαιρία, γιατί κι εσένα κάποιος σου έδωσε μια ευκαιρία. Και στην αρχή όλα μέλι- γάλα, τον πας λάου-λάου τον Ψηλό, γιατί αρχή είναι, να πάρει το χρόνο του, να προσαρμοστεί για να μπορέσει να αποδώσει αργότερα και σε έχει με το «σεις και με το σας» κι δηλώνει πόσο υπόχρεος είναι καθημερινά και πόσο πολύ σε έχει σε εκτίμηση.

Έλα που περνά ο καιρός κι αρχίζει η δουλειά κι διαπιστώνεις πως το ρετιρέ του Ψηλού κάπου μπάζει γιατί τον στέλνεις να φέρει κρεμμύδι και σου φέρνει σκόρδο και λες δεν πειράζει αφηρημένος είναι, αγχωμένος είναι του βρίσκεις λύση και του λες να πάρει ένα σημειωματάριο κι ένα στυλό να σημειώνει όσα του λες κι όσα έχει να κάνει κι μετά απο καμιά εικοστή φορές τον καταφέρνεις να πάρει εκείνο το σημειοματάριο που λέγατε, αλλά ξεχνά να πάρει στυλό, για αυτό φροντίζεις κι έχεις μια κούτα στυλό εύκαιρα για την κάθε φορά που ξεχνά να φέρει. Έλα όμως που τώρα ξεχνά που  αφήνει το σημειωματάριο, οπότε ξανά-μανά τα ίδια δουλειά να μην γίνεται κι ως ευρυματικός που είσαι, διότι άμα δουλεύεις σε κουζίνα μαθαίνεις να κάνεις κάθε λογής πατέντες, κάθεσαι και φτιάχνεις σε λίστα όλα όσα έχει να κάνει καθημερινά,  mise en place λέγεται, του το δίνεις σε χαρτί εκτυπωμένο και το μόνο που του ζητάς είναι να πατά ένα «νι» αυτά που έχει να κάνει, μπας κι βγει μια βάρδια ήσυχα, να μην τρέχεις λόγω ελλείψεων που «ξέχασε» ο Ψηλός να κάνει κι τελικά ο Ψηλός, ξεχνά τι ήθελε να κάνει, διότι ξεχνά να ελένξει τα ψυγεία, κάτι το οποίο ξέχασε να στο πει κι πάνω στην «τούρλα του Σαββάτου» τον ρωτάς και του τα «χώνεις» γιατί δεν έχεις το τάδε, σε κοιτάζει απαθέστα και σου λέει: «Το ξέχασα!»

Και το βλέπεις ότι ο Ψηλός δεν τραβάει αλλά λες «Έχει άλλο λογισμικό, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι το ίδιο.» και κάνεις το μαλάκα και λες «Τουλάχιστον έχει φιλότιμο.» Έλα όμως που όσο περνά ο καιρός κι φορτώνει η δουλειά ο Ψηλός με το που περνά η ώρα να σχολάσει αρχίζει και δυσανασχετεί και τη μια κλαίγεται, την άλλη γκρινιάζει, την παρ’ άλλη τα παρατά στη μέση κι φεύγει κι άμα του κάνεις καμιά παρατήρηση για λάθη γυρίζει κι σου απαντά δουλεύει πολλές ώρες, (τις οποίες βέβαια πληρώνεται με το παραπάνω) κι κάνει πολλά, ασχέτως εαν εσύ για να μην εκτεθείς στο αφεντικό ή που έχεις κάνει ό ίδιος όλα όσα δεν έκανε ή τα κάνανε άλλοι για αυτόν, γιατί ο Ψηλός όταν δεν γουστάρει να κάνει κάτι δεν θα το κάνει με την καρδιά του κι αυτό που θα κάνει θα στο φέρουν καπέλο άμα το σερβίρεις οπότε ποιανού ο πωπουδάκος παίζεται; Τουλάχιστον είναι «καλό παιδί» λες, όταν τελειώνει η σεζόν και σε αγκαλιάζει κι σε φιλά σταυρωτά κι σε ευχαριστεί για την ευκαιρία που του έδωσες και που άλλοι δεν θα του έδιναν.

Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν την επόμενη χρονιά που σε παίρνει τηλέφωνο και σου γυρεύει δουλειά, του κάνεις μια ξήγα, ότι φέτος όλα όσα έκανε πέρισυ δεν «παίζει» κι πρέπει να εξελισσόμαστε κι να μαθαίνουμε απο τα λάθη μας, να τος σα μετανοημένη Μαγδαλινή, σου λέει πως έχεις ΑΠΟΛΥΤΟ δίκιο κι όλο το χειμώνα τον πέρασε με περισυλλογή κι έλεγε «Μα τι μαλάκας που ήμουνα.» Κι λες «Άντε! Άστο να πάει, άστο! Να του δώσεις μια ευκαιρία ακόμα κι για να δείξεις πόσο πολύ εκτιμάς τη στάση του, του δίνεις κι μια προαγωγή μαζί με μια αυξησούλα, γιατί σε μάθανε στο human resource πως η επιβράβευση κι η ενθάρρυνση βοηθά στην παραγωγικότητα.

Και ξεκινά το δεύτερο επεισόδιο κι απο την πρώτη εβδομάδα κιόλας το βλέπεις πως “τα ίδια παντελή μου, τα ίδια παντελάκη μου”, μόνο που τώρα ο Ψηλός την είδε λίγο «παλιός» κιόλας κι «βάρυνε» για αυτό κι έρχεται πιο αργά απο την ώρα του κι αφήνει τον βοηθό, τον οποίον στην αρχή έλεγε πόσο μαλάκας είναι, δεξιά κι αριστερά, στους άλλους τους «παλιούς», να κάνει τις αγγαρείες. Έλα που βλέπει κι ο βοηθός, ο νέος, τον παλιό να είναι και λίγο ζαμανφού κι αρχίζει και κουμπώνεται κι αυτός με το ίδιο χαπάκι που παίρνει ο Ψηλός, τη σταρχιδίνι των χιλίων πεντακοσίων κι όταν πας να ζητήσεις λογαριασμό για όσα έκανε και κυρίως δεν έκανε ο βοηθός, να σου απαντάει πως αυτός δεν φταίει, εσύ φταις που τον προσέλαβες. Και περνά και η δεύτερη χρονιά με τάματα σε όλους τους Αγίους και μη, να την περάσεις όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα τη σεζόν, η οποία όταν τελειώνει λες «Φτου, ξελευτερία!» και «Παναγία μου μεγάλη η Χάρη Σου!»

Έλα όμως που συνεχίζει το χρονικό  και σε παίρνει τηλέφωνο και το γυροφέρνει γύρω-γύρω σα την αλεπού στο κοτέτσι και σε λέει πως εκεί στα ξένα που πήγε να επισκεφτεί τους δικούς του, πόσο πολύ μέτρησε που δουλέψατε μαζί και πως «λαχείο» του ΄κατσαν τα δυο χρόνια μα δεν σε ρίχνει. Έλα που το φέραν έτσι οι συνθήκες κι ο Ψηλός πάει για τρίτο επεισόδιο, σα το Star Wars  ένα πράμα κι τον φορτώνεσαι με επιπλέον δάφνες κτλπ, αλλά μόνο αυτόν, διότι τους υπόλοιπους τους έτζασες επειδή κάτι σου έμεινε να μάθεις σα συμπαντικό μάθημα αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Και ξεκινάς με νέα διάθεση για τη νέα αρχή αισιόδοξα, όμορφα κι ωραία κι ο Ψηλός ξανάγινε ψάρακας κι δείχνει χαρακτήρα κι λες «Βρε λες; Λες να το ‘κανε το θαύμα της η Μεγαλόχαρη;», γιατί σκέφτεσαι πως ο Ψηλός δεν είναι κι κάνα πιτσιρίκι. Με πατημέντα τριάντα πέντε αποφάσισε πριν τέσσερα χρόνια, αφού είδε κι απόειδε με τις διάφορες δουλειές του ποδαριού πως προκοπή δεν είχε, είπε να πάει κι αυτός σε μια σχολή να γίνει μάγειρας. Και γιατί άλλωστε, μαγειρεύει ωραία στο σπίτι, να σου η καριέρα του  Chef στα πόδια του. Για αυτό κι σκέφτεσαι πως το ‘βαλε το μυαλό, το πήρε απόφαση, θα παλέψει, θα δουλέψει, θα εξελιχτεί κι χαίρεσαι που «Να ρε! Τελικά είχες δίκιο κι καλά έκανες κι έδωσες την ευκαιρία στον Ψηλό και τώρα θα σε βγάλει ασπροπρόσωπο κι θα μπορείς να πας μισή ώρα αργότερα στην αλλη τη βάρδια που πας, γιατί ρε συ θα έχεις τον Ψηλό!»

Δυστυχώς ο Ψηλός είναι της μανούλας γιός κι δεν έχει μάθει «στο μιστρί, στο πυλοφόρι», γιατί ακόμα μένει στη οικογενειακή φωλίτσα κι οι γονείς μετανάστες φύγανε στη Γερμανία, στέλνουν τα λιλά και συντηρείται ο Ψηλός κι δεν ίδρωσε ιδιαίτερα το κωλί του στη δουλειά , διότι όπως κι να το κάνουμε «το αγώι, τον ξυπνά τον αγωγιάτη». Για αυτό έφτασε τριάντα κι αποφάσισε πως κι αυτός μια καριέρα πρέπει να την κάνει κι έγινε First Cook όπως συστήνεται. Κι επειδή δεν είναι συνηθισμένος στη δουλειά και στη λογική της δουλειάς, σα είδε τα δύσκολα, αρχίζει σα καλομαθημένο παιδάκι που παραμένει κι χτυπά πεισματικά το πόδι του κάτω για να αρχίσει τα πείσματα κι τα ναζάκια και να πάει κόντρα. Άσπρο εσύ μαύρο ο Ψηλός κι σα τον ρωτάς «γιατί;», κατεβάζει το κεφάλι κι πάντα μουρμουράει ένα «@@#%&***@».

              Για κακή του τύχη σε αντίθεση με τα προηγούμενα επεισόδια δεν έχει σιγόντο γαλαρία και βλέπει πως υπάρχει ανταγωνισμός κι πως ο καλύτερος προχωράει, μαζί μα τα μούλικα τα πεισματα, να σου βάζει σε εφαρμογή ολόκληρο σχέδιο που λες κοίτα να δεις Μακιαβέλης κι κρίμα απο το θεό, αυτή την ενέργεια να την έβαζε στη δουλειά παπάδες θα ‘κανε. Αντί αυτού αρχίζει κι εφαρμόζει την τακτική του «Όσα δεν φτάνει η Αλεπού» κι να σου αρχίζει να λέει κι να λέει για τους άλλους μπας κι πείσει κι κανέναν πως δεν φταίει αυτός οι άλλοι φταίνε. Κι δυστυχώς, οϊμέ» απο χαϊβάνια βρίθει ο τόπος, να σου το καινούργιο σιγόντο, γιατί είπαμε η σταρχιδίνι τον 1500 είναι ελεύθερης συνταγογράφισης.

 Έτσι λοιπόν είχαμε το επεισόδιο «ο Ψηλός αντεπιτείθεται» με χίλιους δυο ευφάνταστους τρόπους και σε έκανε να κάθεσαι τα βράδια να κάνεις ψυχανάλυση με τον  Jose, τον Cuervo κι να αναρωτιέσαι το «γιατί;» και το που έφταιξες. Κι αφού είσαι στα πρόθυρα του να χρειαστείς ένα καινούργιο συκώτι διότι κοντεύει να γίνει πατέ, να σου έρχεται η επιφοίτηση κι καταλαβαίνεις πως δεν φταις εσύ πουθενά, απλά ο Ψηλός... είναι ο Ψηλός και λες κρίμα, δυο μέτρα άντρας να κάνει τα αρχίδια χάντρες για να τα παίζει μπεγλέρι. Διότι μαγειράκο μου ο Ψηλός, είναι απλά μαγκιά, κλανιά κι εξάτμιση κι εσύ πήρες το συμπαντικό σου μάθημα που χρειαζόσουν. Το νου σου τώρα ρεμάλι, μ’ ακούς;


Το παρόν αποτελεί φανταστικό δημιούργημα του συγγραφέα κι ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα, συνέπεια αναθυμιάσεων που εισπνέονται μέσα στην κουζίνα κι ομοιότητες με πρόσωπα κι καταστάσεις είναι εντελώς τυχαίες.

Ακολουθεί quiz:

Παρακαλώ βαθμολογείστε τον ήρωα της παραπάνω ιστορίας,( όχι τον Ψηλό, τον άλλον τον μαγειράκο)  κατά την προσωπική σας κρίση με:

Α) 1 Χρυσή Μούτζα
Β) 2 Χρυσές Μούτζες
Γ) 3 Χρυσές Μούτζες


Ο/η τυχερός/η θα αναδειχθεί μετά απο κλήρωση των συμμετοχόντων στην υψηλότερη ψηφοφορία κι θα κερδίσει ένα τάπερ χειροποίητους Σμυρνεϊκους κιεφτέδες.

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Γιουβαρλάκια με αυγολέμονο


 «Παϊνε κόψε λίγα λεμόνια γιαβρί μου να σε χαρώ! Τα πιο κίτρινα να διαλέξεις, ε; Κι το νου σου μη σπάσεις τις κλάρες!», άκουγα λες κι ήταν ζωντανή η κυρά Μαρία να μου λέει. Όχι, ακόμα δεν ξεκίνησα να ακούω «φωνές», είναι απλά που οι νεκροί πεθαίνουν όταν τους λησμονούμε, διαφορετικά τους ακούμε που και που, να μας ψιθυρίζουν για εκείνα που κάναμε κι πιότερο θα έπρεπε να κάνουμε. Κι κάπως έτσι, χαμένος στη πλάνη των σκοτεινών σκέψεων, θυμήθηκα τη γιαγιά μου, να μου γυρεύει λεμόνια κι άξαφνα συνειδητοποίησα ότι η λεμονιά μου είναι γεμάτη ολοκίτρινα κι λαμπερά λεμόνια.

Το ‘χε συνήθεια κάθε χρόνο, με το που έπιαναν τα πρώτα  κρύα κι κιτρίνιζαν τα  λεμόνια να φτιάχνει γιουβαρλάκια με αυγολέμονο. Θαρρώ ήμουν δεν ήμουν οκτώ χρονών όταν με έστειλε την πρώτη φορά να σκαρφαλώσω στη λεμονιά που είχαμε στον κήπο, πίσω απο το μαγαζί για να κάνει το αυγολέμονο της. Δικό μας δεν ήταν το δέντρο, ανήκε κι αυτό μαζί με το μαγαζί σε ένα άκληρο ζευγάρι που μένανε απο πάνω.

Ακόμα τον θυμάμαι τον κύριο Κώστα, απο τις Λιβανάτες, πρώην εφοριακός, ψηλός, ντυμένος πάντα με κουστούμι κι καπέλο με ένα κομπολόι μονίμως στο χέρι. Καλός άνθρωπος, κιμπάρης, πάντα  έδινε κατοστάρικο όταν σα παιδιά πηγαίναμε για κάλαντα κι καιροφυλακτούσαμε γιατί είχε μαθευτεί πως ο πρώτος που πήγαινε είχε ρεγάλο πεντακοσάρικο. Μονάχα τα μεσημέρια θυμάμαι έβγαινε στο μπαλκόνι κι μας φώναζε, όταν εμείς ξεσαλωμένα απο το παιχνίδι ξεσηκώναμε τη γειτονιά, μα δεν το ΄κανε ποτέ απο κακία, άλλωστε δεν ήταν κι ο μόνος. Κακιά ήταν η γυναίκα του η κυρά Κάκια. Κοίτα να δεις ειρωνία! Έναν τόνο αλλάζαμε κι σα παιδιά μπορούσαμε να περιγράφουμε αυτό που βλέπαμε σε έναν άνθρωπο.

«’Οτι κι να σε φιλέψει, μην το φας!», με ορμήνευε η γιαγιά όταν έκανα καμιά αγγαρεία για την κυρά Κάκια κι είχε δίκιο. Ποτέ δε μας φίλεψε κάτι καλό. Ακόμα κι οι καραμέλες που έδινε που και που, σα ξέμενε απο κάτι ξερά σύκα, πολυκαιρισμένες ήταν. «Το φίλεμα, είναι σα το φιλί. Πρέπει να το δίνεις με αγάπη, με όλη σου την καρδιά κι πάντα να δίνεις το καλύτερο!», μου ΄λεγε η κυρά Μαρία όταν της είπα για κάτι σκουλικιασμένα δαμάσκηνα που μου ‘δωσε. Για αυτό κι εμείς, σα τη βλέπαμε να βγαίνει να γυρεύει για κάποιο θέλημα, κάναμε πως παίζαμε κρυφτό κι βγαίναμε μονάχα όταν τη βλέπαμε να μπαίνει πάλι μέσα. Μας παραφύλαγε όμως πίσω απο τις δαντελωτές της κουρτίνες, την έβλεπα κι ήξερα πως μου την κράταγε με  την πρώτη ευκαιρία, όπως κι έκανε.

Δεκέμβρης ήταν λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία κι παίζαμε κρυφτό μπροστά απο το μαγαζί. Μαζί με ένα φίλο κρυφτήκαμε στον κήπο κι πάνω στη φούρια μας να πούμε «Φτου ξελευτερία!», πατήσαμε στο παρτέρι της κυρά Κάκιας κι σπάσαμε κάτι γλάστρες με κάτι ξερακιανά γεράνια. Βγαίνει η κυρά Κάκια έξω, μας φωνάζει, μας διώχνει να φύγουμε κι εγώ μέσα στον δονκιχωτισμό της πρώϊμης νιότης της λέω πως δεν μπορεί να μας διώξει. «Δεν σου ανήκει ο δρόμος!» της είπα κι συνεχίσαμε με επευφημίες το παιχνίδι μας. Την επομένη σα γύρισα σπίτι ο πατέρας μου με περιέλαβε με ένα μπερτάκι ξύλο για την αυθάδεια μου.

Για αυτό το ‘χε έννοια η κυρά Μαρία μη σπάσω τις κλάρες. Μη το δει η κυρά Κάκια κι βάλει πάλι λόγια στον πατέρα μου, λες κι θα χανόταν ο κόσμος για μερικά λεμόνια, τα οποία κάθε χρόνο προτιμούσε να τα αφήνει να σαπίζουν, παρά να δώσει σε άνθρωπο. Είναι μοχθηρή η κακία των ανθρώπων. Δεν ξέρεις πως θα σου έρθει κι συχνά έρχεται απο τους κοντινούς σου ανθρώπους. Εκείνους που ζουν δίπλα σου κάθε μέρα, που συχνά έχεις ευεργετήσει, παρόλ’ αυτά  όμως σιγά-σιγά χύνουν το δηλητήριο τους, μολύνοντας το περιβάλλον γύρω σου. Κι το βλέπεις, κι σιωπάς. Είτε γιατί δεν θες να δημιουργήσεις αναστάτωση, είτε γιατί θες να δεις μέχρι πόσο μπορεί να το τραβήξει κι η αλήθεια είναι πως δεν έχει όριο. Όσο μπόσικα δίνεις, τόσο πάει. Αυτά λογιζόμουν, για έναν μάγειρα που είχα τρια χρόνια στην Κουζίνα κι αναρωτιόμουν πως είναι δυνατόν και γιατί, όταν θυμήθηκα να ρωτάω τη γιαγιά μου:
- Γιατί δεν αγαπάει τα παιδιά η κυρία Κάκια;
- Γιατί δεν μπορεί να είναι ούτε μάνα, ούτε γιαγιά κι συχνά αυτό που δεν μπορεί να είναι κανείς, γίνεται μαράζι κι τρώει ότι όμορφο  γύρω του, μου απάντησε χαϊδεύοντας μου το κεφάλι και φιλώντας με τρυφερά, την ώρα που μου έβαζε το δεύτερο πιάτο γιουβαρλάκια με αυγολέμονο.

Αυτά σκεφτόμουν πριν με προστάξει η γιαγιά να κατέβω, να κόψω λεμόνια.  Γιουβαρλάκια πεθύμησα ρε γαμώτο, με αυγολέμονο.


Γιουβαρλάκια με αυγολέμονο

Υλικά

1 κιλό κιμά, μα να μην είναι όλο μοσχαρίσιο, θέλει και λίγο χοιρινό μέσα. Άμα δεν λιγδώσει τ’ άντερο δεν το γουστάρεις το φαγί.
1 μεγάλο κρεμμύδι κι μια σκελίδα σκόρδο στον τρίφτη, τον ψιλό.
Μια κούπα ρύζι, νυχάκι, πλυμένο καλά ε; Να βγει διάφανο το νερό.
5 αυγά φρέσκα, σα αυτά που μου δίνει ο κυρ Ανέστης, απο το κοτέτσι κι όχι αυτά που πουλά στο μαγαζί.
Δυο πρέζες αλάτι ημίχονδρο, μια στο κιμά κι μια στην μαρμίτα.
Λίγη ζάχαρη, να ελαφρύνει το λίπος.
Φρεσκοτριμμένο πιπέρι στο μύλο. Στο ψιλό ε;
1 καπάκι ξύδι, να μαλακώσει το κρέας κι να ξεμυρίσει.
2 ίσαμε 3 κουταλιές νεσεστέ.
½ ποτήρι ελαιόλαδο
 ¾ του ποτηριού χυμό λεμόνι.
Κύμινο τριμμένο
Βάγιες
Μπαχάρι ολόκληρο
Φλούδα λεμονιού

Εκτέλεση
Ζύμωσε πρώτα τον κιμά με το ξύδι. Θέλει αρκετές βόλτες για να μαλακώσει κι να σπάσει το λίπος, να πάει παντού. Βάλε τώρα το κρεμμύδι με το σκόρδο και ξαναζύμωσε. Όταν ανακατευτεί καλά, αψές ρίξε το αλάτι, τη ζάχαρη κι το πιπέρι. Ζύμωσε πάλι κι μετά βάλε δυο κρόκους κι ένα ολόκληρο αυγό. Τα ασπράδια κράτα τα για το αυγολέμονο. Σα το δεις να έχει τραβήξει ρίξε σιγά-σιγά το λάδι.

Να το κοιτάς όταν το ζυμώνεις, σα βάλεις πολύ δεν θα το πιεί, σα βάλεις λίγο θα στεγνώσει κι σα γυαλίσει ρίξε όσο κύμινο τραβά η καρδιά σου. Έχε το νου σου όμως. Σα βάλεις λίγο δεν έχει νοστιμάδα, νερόπλυμα το φαγί μα σα βάλεις πολύ, σκοτώνει τη γεύση κι δεν τρώγεται. Σα τον έρωτα είναι, αυτή την γεύση πρέπει να σου δίνει, θα το δεις σα έρθει ο καιρός σου κι εσένανε γιατί από την ξεφτίλα του έρωτα, κανείς δεν γλιτώνει, ακούς; Κι αλίμονο σε όποιον την γλιτώνει.

Φύλαξε τώρα τον κιμά στο ψυγείο κι μαγείρεψε τον την αυριανή. Τότε θα βάλεις το ρύζι, μα πρόσεχε να το ‘χεις σουρώσει καλά. Βάλε μερικά λαχανόφυλλα στη μαρμίτα, ρίξε λίγο νερό, άναψε τη φωτιά κι αρχίνα πλάθε τα γιουβαρλάκια κι στρώστα ένα- ένα μέσα. Ρίξε το υπόλοιπο αλάτι, πιπέρι, τα βάγια, το μπαχάρι, τη φλούδα του λεμονιού, το λάδι κι κλείσε το καπάκι. Σα πάρει τη πρώτη βράση χαμήλωσε τη φωτιά κι άστο να σιγοβράσει.

Λίγο πριν γίνει το ρύζι, θα το δεις, θα ‘χει ασπρίσει αλλά θα κρατάει λιγουλάκι, κλείσε τη φωτιά κι άστο με το καπάκι να ψηθεί. Όταν κρυώσει λίγο, βγάλε τα γιουβαρλάκια κι στρώστα απαλά απαλά σε ένα ταψί. Σούρωσε το ζουμί σε ένα κατσαρόλι κι βάλτο να βράσει ελαφρά. Ελαφρά ακούς; Διέλυσε το νεσεστέ κι ρίξτο μέσα. Όταν το δεις να δένει κλείσε τη φλόγα κι αψες ρίξε το λεμόνι. Χτύπα όλα τα αυγά κι σιγά σιγά, να μην κόψει πάρε απο το ζουμί κι ρίχτο στα αυγά. Σα θα το δεις να ζεσταίνεται, ρίχτα μέσα στην κατσαρόλα κι ανακάτεψε καλά. Βάλε τώρα τα γιουβαρλάκια σε ένα πιάτο κι απο πάνω ρίξε τη σάλτσα.
Εμένα μ’ αρέσει να τα τρώω με λίγο πιπέρι  κόκκινο, πασπαλισμένο κι μαϊντανό ψιλό απο πάνω.

Κι εμένα, έτσι μ’ αρέσουν γιαγιά.